Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

mehrfachroutiger
Papierkorb

στο λεξικό PONS

ˈwaste·pa·per bas·ket ΟΥΣ esp βρετ, καναδ

Papierkorb αρσ <-(e)s, -körbe>
στο λεξικό PONS
[waste]paper basket [or βρετ a. bin]
στο λεξικό PONS

ˈwaste·pa·per ΟΥΣ no pl

Altpapier ουδ <-s> kein pl

bas·ket [ˈbɑ:skɪt, αμερικ ˈbæskət] ΟΥΣ

1. basket (container):

Korb αρσ <-(e)s, Kör·be>

2. basket (amount in basket):

Korb[inhalt] αρσ

3. basket ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Währungskorb αρσ <-(e)s, -körbe>

4. basket ΑΘΛ (net):

5. basket ΑΘΛ (goal):

Korb αρσ <-(e)s, Kör·be>

ιδιωτισμοί:

to be a basket case μειωτ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

basket ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Basket αρσ
Korb αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The council installed 1 wastepaper basket for every 200m of street.
en.wikipedia.org
An extraordinary visitation in 1910 complained that there were no spittoon, no wastepaper basket and no handkerchief available, and that the benches were old and therefore unsuitable.
en.wikipedia.org
Later, he jokingly likens it to the contents of his wastepaper basket.
www.ft.com
A noticeable feature is the tall cylindrical wastepaper basket, magenta edged with brass bands with a padded black lid.
www.telegraph.co.uk
Officials at the time believed it was started when a roomer dropped a match into a wastepaper basket.
www.nwitimes.com