στο λεξικό PONS
con·sor·tia [kənˌsɔ:tiə, αμερικ -ˈsɔ:rt̬iə] ΟΥΣ
consortia pl of consortium
con·sor·tium <pl -s [or -tia]> [kənˌsɔ:tiəm, pl -tiə, αμερικ -ˈsɔ:rt̬iəm, pl -t̬iə] ΟΥΣ
1. consortium ΟΙΚΟΝ:
2. consortium ΝΟΜ:
con·sor·tium <pl -s [or -tia]> [kənˌsɔ:tiəm, pl -tiə, αμερικ -ˈsɔ:rt̬iəm, pl -t̬iə] ΟΥΣ
1. consortium ΟΙΚΟΝ:
2. consortium ΝΟΜ:
con·ˈsor·tium bank ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
con·sor·tium ˈlead·er ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
con·ˈsor·tium agree·ment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
consortium ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
-
- Konsortium ουδ
consortium bank ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
banking consortium ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
consortium agreement ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
underwriting consortium ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
consortium leader ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
consortium of banks ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
German federal bond consortium ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
tariff consortium ΔΗΜ ΣΥΓΚ
transport consortium ΔΗΜ ΣΥΓΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.