Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

genannte
consortium

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kon·sor·ti·um <-s, -ien> [kɔnˈzɔrtsiʊm, πλ -tsiən] ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ

Konsortium
Konsortium
ein Konsortium bilden [o. gründen], sich αιτ zu einem Konsortium zusammenschließen
ein Konsortium bilden [o. gründen], sich αιτ zu einem Konsortium zusammenschließen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Konsortium ουδ <-s, -ti·en> ειδικ ορολ
ein Konsortium bilden
Konsortium ουδ <-s, -ti·en>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Konsortium ΟΥΣ ουδ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Konsortium
Konsortium
Konsortium
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Konsortium ουδ
Konsortium ουδ
Konsortium ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

ein Konsortium bilden [o. gründen], sich αιτ zu einem Konsortium zusammenschließen

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die ersten Flugzeuge sollen mit Triebwerken westlicher Hersteller ausgerüstet werden, mittelfristig strebt das Konsortium jedoch eine heimische Triebwerksproduktion an.
de.wikipedia.org
Zudem gibt es Vergünstigungen für Konsortialverträge und somit für Einrichtungen, die sich von vornherein zu einem Konsortium zusammenschließen.
de.wikipedia.org
Der Bund fördert jedoch nur die ersten vier Projektideen, er forderte das Konsortium aber auf, sich erneut zu bewerben.
de.wikipedia.org
In drei Konsortien engagieren sich rund 25 baden-württembergische Hochschulinstitute, Forschungseinrichtungen, Softwareunternehmen und Industriepartner.
de.wikipedia.org
Die Finanzierung übernimmt ein Konsortium aus elf internationalen und lokalen Banken.
de.wikipedia.org