Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

overloads
surcharges

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. overload [βρετ ˈəʊvələʊd, αμερικ ˈoʊvərˌloʊd] ΟΥΣ

1. overload:

overload ΜΗΧΑΝΟΛ, ΗΛΕΚΤΡΟΝ
surcharge θηλ

2. overload μτφ:

surcharge θηλ

II. overload [βρετ ˈəʊvələʊd, αμερικ ˈoʊvərˌloʊd] ΡΉΜΑ μεταβ [βρετ əʊvəˈləʊd, αμερικ ˌoʊvərˈloʊd]

overload machine, vehicle, system:

surcharger (with de)

III. overloaded ΕΠΊΘ

information overload [ˌɪnfəmeɪʃn ˈəʊvələʊd] ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. overload ΟΥΣ

1. overload (too much demand of electricity):

surtension θηλ

2. overload no πλ (excess):

surcharge θηλ

II. overload ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ

overload roads
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
saturation d'un standard téléphonique
saturation d'un réacteur
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. overload ΟΥΣ

1. overload (too much demand for electricity):

surtension θηλ

2. overload (excess):

surcharge θηλ

II. overload ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ

overload roads
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
saturation d'un standard téléphonique
Present
Ioverload
youoverload
he/she/itoverloads
weoverload
youoverload
theyoverload
Past
Ioverloaded
youoverloaded
he/she/itoverloaded
weoverloaded
youoverloaded
theyoverloaded
Present Perfect
Ihaveoverloaded
youhaveoverloaded
he/she/ithasoverloaded
wehaveoverloaded
youhaveoverloaded
theyhaveoverloaded
Past Perfect
Ihadoverloaded
youhadoverloaded
he/she/ithadoverloaded
wehadoverloaded
youhadoverloaded
theyhadoverloaded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "overloads" σε άλλες γλώσσες