Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

orologi
Autoroute surélevée

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

elevated highway ΟΥΣ αμερικ

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

elevated [βρετ ˈɛlɪveɪtɪd, αμερικ ˈɛləˌveɪdəd] ΕΠΊΘ

1. elevated tone, language, rank:

2. elevated:

elevated railway, canal

elevate [βρετ ˈɛlɪveɪt, αμερικ ˈɛləˌveɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. elevate (in rank, status):

elevate person, principle, quality
élever (to au rang de)

2. elevate (uplift):

elevate mind, soul

highway [βρετ ˈhʌɪweɪ, αμερικ ˈhaɪˌweɪ] ΟΥΣ βρετ

highway αμερικ (motorway)
autoroute θηλ
public or king's or queen's highway βρετ
voie θηλ publique

στο λεξικό PONS

elevated [ˈelɪveɪtɪd, αμερικ -t̬ɪd] ΕΠΊΘ

1. elevated (raised):

elevated railway
elevated railroad αμερικ

2. elevated (important):

elevated position

3. elevated ΛΟΓΟΤ:

elevated style
elevated thoughts

elevate [ˈelɪveɪt] ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ τυπικ

highway ΟΥΣ αμερικ

autoroute θηλ
στο λεξικό PONS

elevated [ˈel·ɪ·veɪ·t̬ɪd] ΕΠΊΘ

1. elevated (raised):

elevated railway

2. elevated (important):

elevated position

3. elevated ΛΟΓΟΤ:

elevated style
elevated thoughts

elevate [ˈel·ɪ·veɪt] ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ τυπικ

highway ΟΥΣ

autoroute θηλ
Present
Ielevate
youelevate
he/she/itelevates
weelevate
youelevate
theyelevate
Past
Ielevated
youelevated
he/she/itelevated
weelevated
youelevated
theyelevated
Present Perfect
Ihaveelevated
youhaveelevated
he/she/ithaselevated
wehaveelevated
youhaveelevated
theyhaveelevated
Past Perfect
Ihadelevated
youhadelevated
he/she/ithadelevated
wehadelevated
youhadelevated
theyhadelevated

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "elevated highway" σε άλλες γλώσσες