Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
comparative literature ΟΥΣ
literature [βρετ ˈlɪt(ə)rətʃə, αμερικ ˈlɪdərətʃər, ˈlɪdərəˌtʃʊr] ΟΥΣ
1. literature (literary writings):
2. literature (pamphlets):
I. comparative [βρετ kəmˈparətɪv, αμερικ kəmˈpɛrədɪv] ΟΥΣ ΓΛΩΣΣ
II. comparative [βρετ kəmˈparətɪv, αμερικ kəmˈpɛrədɪv] ΕΠΊΘ
1. comparative ΓΛΩΣΣ:
2. comparative (relative):
3. comparative (based on comparison):
- comparative method, study
-
- comparative linguistics, religion
-
στο λεξικό PONS
literature [ˈlɪtrətʃəʳ, αμερικ ˈlɪt̬ɚətʃɚ] ΟΥΣ no πλ
1. literature (written artistic works):
2. literature (specialist texts, promotional material):
I. comparative [kəmˈpærətɪv, αμερικ -ˈperət̬ɪv] ΟΥΣ
II. comparative [kəmˈpærətɪv, αμερικ -ˈperət̬ɪv] ΕΠΊΘ αμετάβλ
literature [ˈlɪt̬·ər·ə·tʃər] ΟΥΣ
1. literature (written artistic works):
2. literature (specialized texts, promotional material):
I. comparative [kəm·ˈper·ə·t̬ɪv] ΕΠΊΘ
II. comparative [kəm·ˈper·ə·t̬ɪv] ΟΥΣ ΓΛΩΣΣ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.