Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

electronique
tache

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. blot [βρετ blɒt, αμερικ blɑt] ΟΥΣ

blot (gen)
tache θηλ
blot (of ink)
pâté αρσ
blot μτφ
ombre θηλ

II. blot <μετ ενεστ blotting; απλ παρελθ, μετ παρακειμ blotted> [βρετ blɒt, αμερικ blɑt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. blot (dry):

blot writing

2. blot (stain):

blot
blot μτφ

3. blot → blot out

III. blot [βρετ blɒt, αμερικ blɑt]

to be a blot on the landscape κυριολ
to be a blot on the landscape μτφ

I. blot out ΡΉΜΑ [βρετ blɒt -, αμερικ blɑt -] (blot out [sth])

blot out person:
blot out mist, rain:

I. blot out ΡΉΜΑ [βρετ blɒt -, αμερικ blɑt -] (blot out [sth])

blot out person:
blot out mist, rain:

I. blot up ΡΉΜΑ [βρετ blɒt -, αμερικ blɑt -] (blot up [sth], blot [sth] up)

blot up
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
blot, stain (de on)
blot, blemish
mâchurer feuille
to blot, to blur
blot on sb's reputation
blot

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. blot [blɒt, αμερικ blɑ:t] ΟΥΣ a. μτφ

blot
tache θηλ

II. blot [blɒt, αμερικ blɑ:t] ΡΉΜΑ μεταβ

1. blot (mark):

blot

2. blot (dry):

blot

ιδιωτισμοί:

blot out ΡΉΜΑ μεταβ

blot out view
blot out thought, memory
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to blot
blot
to blot out a memory
(ink) blot
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. blot [blat] ΟΥΣ a. μτφ

blot
tache θηλ

II. blot [blat] ΡΉΜΑ μεταβ

1. blot (mark):

blot

2. blot (dry):

blot

blot out ΡΉΜΑ μεταβ

blot out view
blot out thought, memory
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to blot
blot
to blot out a memory
(ink) blot
Present
Iblot
youblot
he/she/itblots
weblot
youblot
theyblot
Past
Iblotted
youblotted
he/she/itblotted
weblotted
youblotted
theyblotted
Present Perfect
Ihaveblotted
youhaveblotted
he/she/ithasblotted
wehaveblotted
youhaveblotted
theyhaveblotted
Past Perfect
Ihadblotted
youhadblotted
he/she/ithadblotted
wehadblotted
youhadblotted
theyhadblotted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In a dot blot the biomolecules to be detected are not first separated by electrophoresis.
en.wikipedia.org
Jones also had a plausible explanation for the letter which was blotted in the hotel room.
en.wikipedia.org
They come forth with the miserable plea that they are opposed to blotting our statute books with useless legislation.
en.wikipedia.org
The three-gene-product approach to western blot interpretation has not been adopted for public health or clinical practice.
en.wikipedia.org
Pounce pots were a precursor of blotting paper, being a dispenser for powdery material for drying the paper.
en.wikipedia.org