Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: marchander , transcender , appréhender και seconder

I . transcender [tʀɑ͂sɑ͂de] ΡΉΜΑ μεταβ

1. transcender (dépasser):

etw transzendieren τυπικ

2. transcender (survolter):

II . transcender [tʀɑ͂sɑ͂de] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

I . marchander [maʀʃɑ͂de] ΡΉΜΑ μεταβ

II . marchander [maʀʃɑ͂de] ΡΉΜΑ αμετάβ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina