Γαλλικά » Γερμανικά

II . arrêter [aʀete] ΡΉΜΑ trans

2. arrêter (déposer):

3. arrêter (terminer):

7. arrêter (faire prisonnier):

8. arrêter (fixer):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文