Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Arbeitslose
unrelenting
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

un·er·bitt·lich [ʊnʔɛɐ̯ˈbɪtlɪç] ΕΠΊΘ

1. unerbittlich (nicht umzustimmen):

unerbittlich
unerbittlich
unerbittlich

2. unerbittlich (gnadenlos):

unerbittlich
unerbittlich
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
unerbittlich
unerbittlich
unerbittlich
unerbittlich τυπικ
unerbittlich
unerbittlich in etw δοτ sein
inexorable person
unerbittlich
unerbittlich [an jdm/etw] Kritik üben
unerbittlich
unerbittlich
unerbittlich
unerbittlich kämpfen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er hatte ein reges Interesse am Kommunalpolitischen Leben der Stadt und niemand bekämpfte schärfer und unerbittlicher die Anhänger des Schutzzolls.
de.wikipedia.org
Der Burgherr war unerbittlich: „Was ich geschenkt habe, nehme ich nicht zurück, und Reichtum habe ich genug.
de.wikipedia.org
Er erarbeitet sich das Startkapital für eine kleine Farm, heiratet, wird Vater von zwei Kindern und verfolgt unerbittlich sein Ziel, ein reicher Mann zu werden.
de.wikipedia.org
Hier soll es auch ein ebenfalls untergegangenes Schloss gegeben haben, wo ein unerbittlicher Ritter hauste, der die ihm untertänigen Bauern mit hohen Flachsabgaben plagte.
de.wikipedia.org
Verknappt in der Form und radikal im Inhalt bringt dieses Buch die Geschichte einer Ehe unerbittlich auf den Punkt“.
de.wikipedia.org