Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sébruiter
disadvantageous
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. nach·tei·lig [ˈna:xtailɪç] ΕΠΊΘ

nachteilig
nachteilig
unfavourable [or αμερικ unfavorable]
[für jdn] nachteilig sein

II. nach·tei·lig [ˈna:xtailɪç] ΕΠΊΡΡ

nachteilig
nachteilig
unfavourably [or αμερικ unfavorably]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
nachteilig
für jdn nachteilig [o. von Nachteil] sein
sich αιτ nachteilig auf etw αιτ auswirken
nachteilig
sich αιτ nachteilig auf jdn/etw auswirken
damaging evidence, remark
nachteilig
nachteilig
sich αιτ nachteilig auf jdn/etw auswirken
nachteilig
nachteilig
sich nachteilig für jdn auswirken

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

sich αιτ nachteilig auf etw αιτ auswirken
sich αιτ nachteilig auf jdn/etw auswirken
sich αιτ nachteilig auf jdn/etw auswirken
für jdn nachteilig [o. von Nachteil] sein

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Nachteilig ist die Anfälligkeit des Zements für chemische Angriffe (z. B. durch Säuren) und das Verhalten auf Dämmungen oder Trennlagen.
de.wikipedia.org
Weiterhin wirkt sich die Wasserstandsabsenkung der Moorbereiche nachteilig aus.
de.wikipedia.org
Dies wirkte sich nachteilig auf die Konkurrenzfähigkeit der Autos aus.
de.wikipedia.org
Seine Filmarbeit wurde ihm teils auch nachteilig im Hinblick auf seine Ernsthaftigkeit als Pianist und Dirigent angekreidet.
de.wikipedia.org
Nachteilig ist die geringe kryptographische Sicherheit, die es bietet.
de.wikipedia.org