Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

шапки
delicate

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

an·fäl·lig ΕΠΊΘ

1. anfällig (leicht erkrankend):

anfällig
[für etw αιτ] anfällig sein/werden

2. anfällig ΑΥΤΟΚ, ΤΕΧΝΟΛ (reparaturbedürftig):

anfällig
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
anfällig
to predispose sb to [or towards] sth
jdn für etw αιτ anfällig [o. empfänglich] machen
für etw αιτ anfällig [o. τυπικ prädisponiert] sein
anfällig für etw αιτ sein
anfällig
delicate person
anfällig
anfällig für etw (akk) sein
anfällig für etw αιτ sein

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

anfällig

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to predispose sb to [or towards] sth
jdn für etw αιτ anfällig [o. empfänglich] machen
für etw αιτ anfällig [o. τυπικ prädisponiert] sein
anfällig für etw αιτ sein
anfällig für etw αιτ sein

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Im Gegensatz zu andern Kuhantilopen wie den Leierantilopen sind die Vertreter der Eigentlichen Kuhantilopen weniger anfällig für die Rinderpest.
de.wikipedia.org
Anfällig ist der Baum für Schorf, Krebs und Spitzendürre.
de.wikipedia.org
Beide Versionen dieser Waffe waren an der Front nicht besonders beliebt, da sie äußerst anfällig für Staub und schussbedingte Verschmutzung waren.
de.wikipedia.org
Die Landschaft war deshalb schon immer anfällig für Erdrutsche, was ein Problem für die Siedlungen darstellt.
de.wikipedia.org
Sowohl Positiv als auch Negativ sind aufgrund der im Vergleich mit anderen Filmen sehr weichen Emulsion äußerst anfällig für Kratzer.
de.wikipedia.org