Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

l'Entente
small block of wood

Klötz·chen <-s, -> [ˈklœtsçən] ΟΥΣ ουδ Klotz

1. Klötzchen (kleiner Holzklotz):

Klötzchen

2. Klötzchen (Bauklotz):

Klötzchen

Klotz <-es, Klötze> [klɔts, πλ ˈklœtsə] ΟΥΣ αρσ

1. Klotz (Holzklotz):

2. Klotz μειωτ οικ (großes hässliches Gebäude):

ιδιωτισμοί:

sich δοτ [mit jdm/etw] einen Klotz ans Bein binden οικ
[jdm [o. für jdn]] ein Klotz am Bein sein οικ
[jdm [o. für jdn]] ein Klotz am Bein sein οικ
to sleep like a log οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Tasten der oberen Klaviatur werden beim Spielen am unteren Manual über die Klötzchen mitbetätigt.
de.wikipedia.org
Durch die Verwendung spezieller „Blockzeichen“ lassen sich niedrig aufgelöste „Klötzchen“-Grafiken im Textmodus darstellen.
de.wikipedia.org
Es können unter anderem Klötzchen oder Schlangen aus Beton bzw. Faserzement sein, daneben sind auch Klötze, Leisten oder Ringe aus Kunststoff üblich.
de.wikipedia.org
Häufig sind sie aber auch an Klötzchen befestigt, die ähnlich dem Steg einer Konzertgitarre auf die Decke aufgeleimt sind.
de.wikipedia.org
Alle Würfel, Gefolgsleute, Markierungs- und Wertungssteine, sowie die für Aktionen eingesetzten Klötzchen sind aus Holz.
de.wikipedia.org