Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Oxford Movement
sweepings
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Keh·richt <-s> [ˈke:rɪçt] ΟΥΣ αρσ o ουδ kein πλ

1. Kehricht τυπικ (zusammengefegter Dreck):

Kehricht
sweepings ουσ πλ
Kehricht
rubbish βρετ
Kehricht
garbage αμερικ

2. Kehricht CH (Müll):

Kehricht
Kehricht
αμερικ usu garbage

ιδιωτισμοί:

jdn einen feuchten Kehricht angehen αργκ
not to be any of sb's [damned [or βρετ a. bloody]] business οικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kehricht αρσ <-s>
to not give a tinker's damn [or βρετ also cuss] about sb/sth
sich αιτ einen Kehricht [o. CH, A esp Dreck] um jdn/etw scheren οικ
Kehricht αρσ <-s> CH
Kehricht αρσ <-s> CH
CH a. Kehricht αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

jdn einen feuchten Kehricht angehen αργκ
not to be any of sb's [damned [or βρετ a. bloody]] business οικ
to not give a tinker's damn [or βρετ also cuss] about sb/sth
sich αιτ einen Kehricht [o. CH, A esp Dreck] um jdn/etw scheren οικ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Um 1450 durften Schutt und Kehricht abgelagert werden.
de.wikipedia.org
Zu einem kleinen Besen gehört oft eine Kehrschaufel zum Aufnehmen des Kehrichts.
de.wikipedia.org
Die vom Filter abgeschiedenen Partikel werden direkt in den Kehrichtbehälter abgeschieden und mit dem Kehricht entsorgt.
de.wikipedia.org
Der getrocknete Klärschlamm wird in Kehricht- und Schlammverbrennungsanlagen sowie in Zementwerken thermisch verwertet.
de.wikipedia.org
In Großstädten mit Gesamtwegelängen von über 1.000 km müssen immerhin pro Jahr etliche Tausend Tonnen Kehricht beseitigt werden.
de.wikipedia.org