Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

bretonischer
to have had one's fill

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. rassasier [ʀasazje] ΡΉΜΑ μεταβ

rassasier nourriture:
to fill [sb] up
rassasier personne:
to stuff (de with)
ce repas m'a vraiment rassasié
être rassasié (de nourriture)
être rassasié (de nourriture)
to be replete (de with)
être rassasié de spectacle, activité

II. se rassasier ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

se rassasier αυτοπ ρήμα:

to eat one's fill (de of)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
rassasié (with de)
rassasié (with de)
rassasié
satiate person
satiated person
rassasié, repu
sated person
rassasié

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

rassasié(e) [ʀasazje] ΕΠΊΘ

être rassasié
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
non rassasié(e)
full person
rassasié(e)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

rassasié(e) [ʀasazje] ΕΠΊΘ

être rassasié
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
non rassasié(e)
full person
rassasié(e)
Présent
jerassasie
turassasies
il/elle/onrassasie
nousrassasions
vousrassasiez
ils/ellesrassasient
Imparfait
jerassasiais
turassasiais
il/elle/onrassasiait
nousrassasiions
vousrassasiiez
ils/ellesrassasiaient
Passé simple
jerassasiai
turassasias
il/elle/onrassasia
nousrassasiâmes
vousrassasiâtes
ils/ellesrassasièrent
Futur simple
jerassasierai
turassasieras
il/elle/onrassasiera
nousrassasierons
vousrassasierez
ils/ellesrassasieront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il arrive cependant de le voir chasser seul puis, par la suite, une fois rassasié, d'appeler ses congénères.
fr.wikipedia.org
Le troisième était gentil et serviable, qualités qui lui valaient d'avoir toujours un peu plus que les autres et d'être par conséquent rassasié.
fr.wikipedia.org
Une fois rassasié, il quitte le pays.
fr.wikipedia.org
J’ai vécu dans ce port jusqu’en 1979, lorsque je fus rassasié de ces dépressions et romantisme.
fr.wikipedia.org
Quand le joueur mange suffisamment pour remplir la jauge entière, il est rassasié et regagne alors de la santé.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "rassasié" σε άλλες γλώσσες