Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Acuario
to be inclined to something/to do something

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

enclin (encline) [ɑ̃klɛ̃, in] ΕΠΊΘ

enclin (encline)
inclined (à to, à faire to do)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
digressive writer, speaker
to be prone to depression, violence
être enclin à
être enclin à faire
être enclin à faire

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

enclin(e) [ɑ̃klɛ̃, in] ΕΠΊΘ

être enclin à qc/faire qc
to be inclined to sth/to do sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
enclin(e)
enclin à voler
apt to +infin
enclin à +infin
enclin(e)
être enclin à qc
être enclin à faire qc
être enclin à
être enclin à qc
to be prone to behaviour
être enclin à qc
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

enclin(e) [ɑ͂klɛ͂, in] ΕΠΊΘ

être enclin à qc/faire qc
to be inclined to sth/to do sth
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
enclin(e)
enclin(e) à voler
enclin(e)
être enclin à qc
être enclin(e) à
apt to +infin
enclin à +infin
être enclin à faire qc
il est enclin à partir
to be prone to behavior
être enclin à qc

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

être enclin à qc/faire qc
to be inclined to sth/to do sth

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Franco était aussi enclin à juger de la santé de l’économie du pays en fonction de l’équilibre de la seule balance commerciale.
fr.wikipedia.org
Il est connu pour son caractère opiniâtre, peu enclin aux compromis en musique.
fr.wikipedia.org
Les femmes peuvent être enclines à sous-estimer la fréquence des fantasmes parce qu'elles ne réalisent pas qu'elles deviennent excitées ou qu'elles ne le concèderont pas.
fr.wikipedia.org
Ses successeurs se montrent peu enclin aux conquêtes territoriales, ne gouvernant souvent que quelques années.
fr.wikipedia.org
Il était le plus enclin à le portraiturer sans avoir de modèle.
fr.wikipedia.org