Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dempressement
eagerness

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

empressement [ɑ̃pʀɛsmɑ̃] ΟΥΣ αρσ

1. empressement (hâte):

to show eagerness (à faire to do)
manifester (bien) peu d'empressement à faire qc

2. empressement (prévenance):

to be attentive (auprès de, à l'égard de to, toward, towards βρετ)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
excès αρσ d'empressement
manque αρσ d'empressement (in doing à faire)
empressement αρσ (to do à faire)
empressement αρσ (to do à faire)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

empressement [ɑ̃pʀɛsmɑ̃] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

empressement [ɑ͂pʀɛsmɑ͂] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Une double bosse, la hanche coxalgique, un aspect simiesque expliquent le peu d'empressement de son époux durant les vingt-trois années de leur union.
fr.wikipedia.org
Le capital demandé a paru trop considérable et le public a mis peu d'empressement à souscrire les actions.
fr.wikipedia.org
Démosthène apparaît alors comme le suspect parfait puisqu'il n'a pas montré d'empressement particulier à chercher la partie disparue du trésor et l'évadé toujours en cavale.
fr.wikipedia.org
Le roi acquiesce et lui remet la liste des seigneurs qui ont montré le plus d'empressement à cet ouvrage.
fr.wikipedia.org
Sur ses flancs, deux hommes agenouillés portent en gloire la tentatrice avec beaucoup d'empressement, car le manteau agrafé de l'un des hommes vole dans les airs.
fr.wikipedia.org