Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Ltd.
fast

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

carême [kaʀɛm] ΟΥΣ αρσ ΘΡΗΣΚ

le carême
observer ou respecter le carême
avoir une face de carême

carême-prenant [kaʀɛmpʀənɑ̃] ΟΥΣ αρσ

carême-prenant

mi-carême [mikaʀɛm] ΟΥΣ θηλ

mi-carême
face de carême
sourpuss οικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
carême-prenant αρσ
carême αρσ
faire carême
renoncer à qc pendant le carême
de carême

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

carême [kaʀɛm] ΟΥΣ αρσ

1. carême (jeûne):

carême

2. carême (période):

carême

mi-carême <mi-carêmes> [mikaʀɛm] ΟΥΣ θηλ

mi-carême
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
carême αρσ
un dimanche de Carême
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

carême [kaʀɛm] ΟΥΣ αρσ

1. carême (jeûne):

carême

2. carême (période):

carême

mi-carême <mi-carêmes> [mikaʀɛm] ΟΥΣ θηλ

mi-carême
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
carême αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il accomplit sa vigile de carême dans le désert, puis prononce ses vœux.
fr.wikipedia.org
Sa table était pauvre ; pendant le carême, il se privait de vin et de tabac.
fr.wikipedia.org
Lors de la fête et de la foire de la mi-carême, un cortège composé de chars tirés par des chevaux circulait dans la ville.
fr.wikipedia.org
Pendant la période du carême, l'accent est mis sur les plats végétaux ou sur le poisson.
fr.wikipedia.org
Jusque vers 1450 les camaldules connaissent même la « réclusion collective » durant les périodes de carême et d’avent.
fr.wikipedia.org