Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

augenblicklichen
usa e getta

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. disposable [βρετ dɪˈspəʊzəb(ə)l, αμερικ dəˈspoʊzəb(ə)l] ΕΠΊΘ

1. disposable (throwaway):

disposable lighter
disposable nappy, plate, razor

2. disposable (available):

disposable

II. disposables ΟΥΣ

disposables npl:

disposable load [dɪˌspəʊzəblˈləʊd] ΟΥΣ ΑΕΡΟ

disposable load
carico αρσ utile
disposable load
portata θηλ

disposable income [αμερικ dəˈspoʊzəbəl ˈɪnˌkəm, dəˈspoʊzəbəl ˈɪŋˌkəm] ΟΥΣ

disposable income
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
disposable
disposable
disposable fabric
disposable syringe
disposable nappy
disposable razor
disposable
disposable income
disposable portion

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

disposable [dɪs·ˈpoʊ··bl] ΕΠΊΘ

disposable

disposable income ΟΥΣ

disposable income
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
disposable
disposable razor
disposable
disposable
disposable contact lenses
disposable razor
disposable syringes

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

These continue to be used, although rubber has been replaced by modern materials and the bags, at least in hospital use, as disposable.
en.wikipedia.org
She realized that a disposable phone might assist travelers like herself.
en.wikipedia.org
As a result, henchmen tend to be anonymous, disposable characters, existing for the sole purpose of illustrating the protagonists' prowess as they defeat them.
en.wikipedia.org
Wooden tees are generally very inexpensive and quite disposable; a player may damage or break many of these during the course of a round.
en.wikipedia.org
He stated that in a throwaway culture, even human lives are seen as disposable.
en.wikipedia.org