Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Officer
Dämpfe

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

va·pour, αμερικ va·por [ˈveɪpəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. vapour:

Dampf αρσ <-(e)s, Dämp·fe>
Atem[hauch] αρσ
poisonous vapours
Wasserdampf αρσ <-(e)s, -dämpfe>

2. vapour dated χιουμ (sick feeling):

vapours pl
Übelkeit θηλ <-, -en>
to get an attack [or a fit] of the vapours
to give sb the vapours

va·por ΟΥΣ αμερικ

vapor → vapour

va·pour, αμερικ va·por [ˈveɪpəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. vapour:

Dampf αρσ <-(e)s, Dämp·fe>
Atem[hauch] αρσ
poisonous vapours
Wasserdampf αρσ <-(e)s, -dämpfe>

2. vapour dated χιουμ (sick feeling):

vapours pl
Übelkeit θηλ <-, -en>
to get an attack [or a fit] of the vapours
to give sb the vapours

ˈwa·ter va·pour, αμερικ ˈwa·ter va·por ΟΥΣ

Wasserdampf αρσ <-(e)s, -dämpfe>

ˈva·pour trail ΟΥΣ

Kondensstreifen αρσ <-s, ->

ˈva·pour pres·sure ΟΥΣ no pl

Gasdruck αρσ
Καταχώριση OpenDict

vapour deposition ΟΥΣ

inhalation of vapours
Einatmen ουδ kein pl
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
fuel vapour[s] [or αμερικ -or[s]]
to emit [or χωριζ give off] [or ειδικ ορολ exhale] vapours [or αμερικ -ors] /a vapour [or αμερικ -or]

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Wasserdampf αρσ <-(e)s, -dämpfe>
to emit [or χωριζ give off] [or ειδικ ορολ exhale] vapours [or αμερικ -ors] /a vapour [or αμερικ -or]

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He successfully employed alcoholic vapours, and a varnish of his own invention, to protect paintings against the destructive influence of the atmosphere.
en.wikipedia.org
It is one of a number of alkali vapours (including rubidium and potassium) that are used in this way, as well as helium.
en.wikipedia.org
Sufficient light, suitable cloakrooms and sanitary accommodation, and ventilation to carry off dust, vapours and other impurities are especially required.
en.wikipedia.org
The term is applied to those varieties of coal which do not give off tarry or other hydrocarbon vapours when heated below their point of ignition.
en.wikipedia.org
The clouds and the vapours of real landscapes are not the same at the four seasons.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "vapours" σε άλλες γλώσσες