Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

allodierno
Elastizität

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

re·sili·ence [rɪˈzɪliən(t)s, αμερικ -jən(t)s], re·sili·en·cy [rɪˈzɪliən(t)si, αμερικ -jən-] ΟΥΣ no pl

1. resilience (ability to regain shape):

resilience
Elastizität θηλ <-, -en>

2. resilience (ability to recover):

resilience
Widerstandskraft θηλ <-, -kräfte>
resilience
Zähigkeit θηλ <->
resilience
Durchhaltevermögen ουδ <-s> kein pl
resilience
Widerstandsfähigkeit θηλ <-> kein pl
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
degree of resilience
the task is a measure of his resilience
Belastbarkeit von Organen, Körper
maximum resilience

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

resilience ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

resilience

resilience ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

resilience
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
resilience

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Fierce warriors and gentle people they pride in their resilience.
en.wikipedia.org
Instead, emergency and development assistance has to be conceptualized with the goal of increasing resilience of poor people against these shocks.
en.wikipedia.org
After it chews you up and spits you out only a few are rewarded for their resilience with one more bite of the cherry.
en.wikipedia.org
Spring steel is one of the most popular materials used in the fabrication of lockpicks due to its pliability and resilience.
en.wikipedia.org
The resilience of a landscape can be increased or decreased through human interaction based upon different methods of land-use management.
en.wikipedia.org