Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

derede
Brei
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

mush [mʌʃ] ΟΥΣ no pl οικ

1. mush ΜΑΓΕΙΡ:

mush
Brei αρσ <-(e)s, -e>
mush
Mus ουδ <-es, -e>
to turn to mush
I panicked and my brain turned to mush μτφ

2. mush μτφ (sentimentality):

to be mush

corn·meal ˈmush ΟΥΣ no pl αμερικ

Maisbrei αρσ
Polenta θηλ <-, -s> CH, A

ˈmush area ΟΥΣ Η/Υ

mush area
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
mush μειωτ οικ
mush μειωτ οικ
mush
to stamp sth to a mush

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

With the aid of special enzymes, the plant is turned into a liquidy mush in order for the bacteria to consume the plant cell's nutrients.
en.wikipedia.org
The dried fruit is also ground into a flour, mixed with ground corn meal and made into a mush.
en.wikipedia.org
They are also used as assistance dogs and occasionally for mushing.
en.wikipedia.org
Straight-ahead and turning power off stalls resulted in a stable mush condition.
en.wikipedia.org
Social media have offered the technology layer for organizing collective intelligence, with crowdsourcing platforms, mush-ups, web-collaboration, and other means of participatory problem-solving.
en.wikipedia.org