Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

stupidities
odeur

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

odour βρετ, odor αμερικ [βρετ ˈəʊdə, αμερικ ˈoʊdər] ΟΥΣ

odour
odeur θηλ
to be in bad odour
être mal vu (with de)

odor ΟΥΣ αμερικ

odor → odour

odour βρετ, odor αμερικ [βρετ ˈəʊdə, αμερικ ˈoʊdər] ΟΥΣ

odour
odeur θηλ
to be in bad odour
être mal vu (with de)

body odour βρετ, body odor αμερικ, BO ΟΥΣ οικ

body odour
vinegary taste, odour
stale air, odour
rank odour
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
odour βρετ
lingering odour βρετ

στο λεξικό PONS

odor [ˈəʊdəʳ, αμερικ ˈoʊdɚ] ΟΥΣ αμερικ, αυστραλ τυπικ, odour ΟΥΣ αυστραλ, βρετ τυπικ

odeur θηλ
emit odour
evil odour
produce odour
faint light, odour, mark, smile
στο λεξικό PONS

odor [ˈoʊ·dər] ΟΥΣ τυπικ

odeur θηλ
emit odor
odeur θηλ fétide
produce odor
faint light, odor, mark, smile

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

At room temperature, it is a colourless, non-flammable gas, with a slightly sweet odour and taste.
en.wikipedia.org
It occurs naturally in grapes and strawberries as a colourless liquid with an apple-like odour, and is used in perfumes.
en.wikipedia.org
A foul odour on the breath can signal aspiration pneumonia.
en.wikipedia.org
Exposure to tellurium compounds produces a garlic-like odour on the breath, caused by the formation of ethyl telluride.
en.wikipedia.org
The weasel destroys the basilisk by its odour, but dies itself in this struggle of nature against its own self.
en.wikipedia.org