Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

armo
produits de beauté

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. cosmetic [βρετ kɒzˈmɛtɪk, αμερικ kɑzˈmɛdɪk] ΟΥΣ

II. cosmetic [βρετ kɒzˈmɛtɪk, αμερικ kɑzˈmɛdɪk] ΕΠΊΘ

1. cosmetic κυριολ:

2. cosmetic μτφ, μειωτ change, reform etc:

cosmetic surgery ΟΥΣ

to launch out into person, company: cosmetics, consultancy, design
odourless cosmetic
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
cosmetics
coconut oil (used in cosmetics)
cosmetics company

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. cosmetic [kɒzˈmetɪk, αμερικ kɑ:zˈmet̬-] ΟΥΣ

cosmetics

II. cosmetic [kɒzˈmetɪk, αμερικ kɑ:zˈmet̬-] ΕΠΊΘ

1. cosmetic (related to beauty):

cosmetic surgery

2. cosmetic μειωτ (superficial):

cosmetic change, improvement
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
cosmetics
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. cosmetic [kaz·ˈmet̬·ɪk] ΟΥΣ

cosmetics

II. cosmetic [kaz·ˈmet̬·ɪk] ΕΠΊΘ

1. cosmetic (related to beauty):

cosmetic surgery

2. cosmetic μειωτ (superficial):

cosmetic change, improvement
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
cosmetics

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

cosmetics

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Nonetheless, this study has elicited some concern about the use of butylparaben, and to a lesser extent other parabens as well, in cosmetics and antiperspirants.
en.wikipedia.org
People may not attribute their reactions to their cosmetics at first, but may notice worsening symptoms after using certain face makeup, sunblock or lip products.
en.wikipedia.org
During 1935 it housed commercial concessions devoted to women's clothing, jewelry, hosiery, shoes, cosmetics and perfumes, as well as a drug store and refreshment stand.
en.wikipedia.org
Cosmetics and skincare products were originally just sold by specialist retailers, such as chemists and department stores.
en.wikipedia.org
It specialises in cultural products, sports products, cosmetics, eyeglasses, zippers, buttons and apparel accessories.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "cosmetics" σε άλλες γλώσσες