Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Verderben
cosmesi

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

cosmetics [βρετ kɒzˈmɛtɪks] ΟΥΣ + verbo ενικ

cosmetics
cosmesi θηλ
cosmetics
cosmetica θηλ

I. cosmetic [βρετ kɒzˈmɛtɪk, αμερικ kɑzˈmɛdɪk] ΕΠΊΘ

1. cosmetic:

2. cosmetic μτφ, μειωτ change, reform etc.:

II. cosmetic [βρετ kɒzˈmɛtɪk, αμερικ kɑzˈmɛdɪk] ΟΥΣ

cosmetico αρσ

cosmetic surgery [kɒzˈmetɪkˌsɜːdzərɪ] ΟΥΣ

to launch out into person, company: cosmetics, consultancy, design
odourless cosmetic
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
cosmetics
cosmetics
plant cosmetics

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. cosmetic [kɑ:z·ˈme·t̬ɪk] ΟΥΣ

cosmetico αρσ
cosmetics
cosmetici αρσ pl

II. cosmetic [kɑ:z·ˈme·t̬ɪk] ΕΠΊΘ

1. cosmetic:

2. cosmetic (superficial):

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
cosmetics
plant-based cosmetics pl

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

cosmetics
cosmetici αρσ pl

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

There is vegan chocolate, biscuits, sweets, food for companion animals, coffee, toiletries and cosmetics.
en.wikipedia.org
People may not attribute their reactions to their cosmetics at first, but may notice worsening symptoms after using certain face makeup, sunblock or lip products.
en.wikipedia.org
If you're unsure when to replace old, half-used cosmetics, this handy cheat sheet lists the "best before" dates for 21 common products.
www.lifehacker.com.au
In the shandy, people can be seen buying small toys, decoration items, cosmetics, and home appliances.
en.wikipedia.org
This change does not extend to imported cosmetics or to any special-use products, including hair dyes and sunblocks.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "cosmetics" σε άλλες γλώσσες