Γερμανικά » Γαλλικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: Pressestelle , Pressewesen , pressescheu , Pressegesetz , pressieren , Presswehe και Pressteil

Pressestelle ΟΥΣ θηλ

PressteilΜΟ ΟΥΣ ουδ (aus gepresstem Kunststoff)

PressweheΜΟ ΟΥΣ θηλ meist Pl ΙΑΤΡ

I . pressieren* νοτιογερμ, A, CH ΡΉΜΑ αμετάβ

1. pressieren (dringlich sein):

2. pressieren (in Eile sein):

II . pressieren* νοτιογερμ, A, CH ΡΉΜΑ αμετάβ απρόσ

Pressegesetz ΟΥΣ ουδ

Pressewesen ΟΥΣ ουδ χωρίς πλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina