Γερμανικά » Γαλλικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: piepsen , Reuse , piepe , piercen , piepsig , Piepser και pieseln

piepsen [ˈpiːpsən] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. piepsen → piepen I.

2. piepsen (mit Fistelstimme reden/singen):

Βλέπε και: piepen

II . piepen [ˈpiːpən] ΡΉΜΑ αμετάβ απρόσ οικ

ιδιωτισμοί:

piepe ΕΠΊΘ, piepegal ΕΠΊΘ οικ

Reuse <-, -n> [ˈrɔɪzə] ΟΥΣ θηλ

nasse θηλ

pieseln [ˈpiːzəln] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. pieseln (nieseln):

2. pieseln (urinieren):

pisser οικ

Piepser <-s, -> ΟΥΣ αρσ οικ (Personenrufgerät)

bip αρσ οικ

piepsig ΕΠΊΘ

piercen [ˈpiːɐsən] ΡΉΜΑ μεταβ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina