Γερμανικά » Γαλλικά

Schlinge <-, -n> [ˈʃlɪŋə] ΟΥΣ f

1. Schlinge (Schlaufe):

2. Schlinge (Falle):

collet m

3. Schlinge (Armbinde):

I . schlingen <schlang, geschlungen> [ˈʃlɪŋən] ΡΉΜΑ trans

2. schlingen (gierig essen):

II . schlingen <schlang, geschlungen> [ˈʃlɪŋən] ΡΉΜΑ αυτο

III . schlingen <schlang, geschlungen> [ˈʃlɪŋən] ΡΉΜΑ intr

schlingen Person, Tier:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文