Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: stocker , stock , stock-car , stockable , stockcar και stockage

stocker [stɔke] ΡΉΜΑ μεταβ

2. stocker Η/Υ:

stockage [stɔkaʒ] ΟΥΣ αρσ

II . stockage [stɔkaʒ] Η/Υ

stockcar <stockcars> [stɔkkaʀ], stock-carOT <stock-cars> ΟΥΣ αρσ

1. stockcar (voiture):

Stockcar αρσ

2. stockcar (course):

stockable [stɔkabl] ΕΠΊΘ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina