Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

french
healthy

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

igienico <πλ igienici, igieniche> [iˈdʒɛniko, tʃi, ke] ΕΠΊΘ

1. igienico (che riguarda l'igiene):

igienico
igienico
assorbente igienico

2. igienico (salutare):

igienico clima, stile di vita

3. igienico (consigliabile):

igienico μτφ, χιουμ
igienico μτφ, χιουμ
assorbente, anche assorbente igienico
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
igienico
assorbente αρσ igienico
assorbente αρσ igienico
igienico
igienico
malsano, non igienico
unhygienic way, method
poco igienico
assorbente αρσ igienico

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

igienico (-a) <-ci, -che> [i·ˈdʒɛ:·ni·ko] ΕΠΊΘ

1. igienico (della salute):

igienico (-a)

2. igienico (della pulizia):

igienico (-a)
assorbente igienico
assorbente igienico
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
assorbente αρσ (igienico)
igienico, -a
igienico, -a

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il terzo livello rappresenta la prosecuzione naturale del boulevard esterno con l'inserimento di 16 “isole” destinate a chioschi, negozi, ed ai servizi igienici.
it.wikipedia.org
Come si è detto, i servizi igienici erano in comune e posti su un lato della corte.
it.wikipedia.org
Economiche ed igieniche hanno la dimensione adatta al vassoio standard (53x37 centimetri).
it.wikipedia.org
Si diffonde anche un'epidemia che uccide vari prigionieri e si tentano misure igieniche atte a limitare altri episodi di contagio.
it.wikipedia.org
Si ritiene che si tratti della più antica regolamentazione nel settore igienico-alimentare ancora in uso.
it.wikipedia.org