Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Faculty
enormous

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

desmesurado (desmesurada) ΕΠΊΘ

1. desmesurado (enorme):

desmesurado (desmesurada)
desmesurado (desmesurada)

2. desmesurado (desproporcionado):

desmesurado (desmesurada)
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
desmesurado
desmesurado
overweening ambition/desire/pride
desmesurado
desmesurado
desmesurado
desmesurado
excessive interest/ambition/praise
desmesurado
su desmedido or desmesurado amor por el dinero
extravagant praise/compliments
desmesurado

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

desmesurado (-a) ΕΠΊΘ

1. desmesurado (enorme):

desmesurado (-a)

2. desmesurado:

desmesurado (-a) (excesivo)
desmesurado (-a) (ambición)
desmesurado (-a) (pretensiones)

3. desmesurado:

desmesurado (-a) (desvergonzado)
desmesurado (-a) (descortés)
desmesurado (-a) (ofensivo)

desmesurarse ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. desmesurarse (excederse):

2. desmesurarse (atreverse):

3. desmesurarse (insultar):

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
desmesurado, -a
desmesurado, -a
στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

desmesurado (-a) [des·me·su·ˈra·do, -a] ΕΠΊΘ

1. desmesurado (enorme):

desmesurado (-a)

2. desmesurado:

desmesurado (-a) (excesivo)
desmesurado (-a) (ambición)
desmesurado (-a) (pretensiones)

3. desmesurado:

desmesurado (-a) (desvergonzado)
desmesurado (-a) (descortés)
desmesurado (-a) (ofensivo)
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
desmesurado, -a
desmesurado, -a
presente
yodesmesuro
desmesuras
él/ella/usteddesmesura
nosotros/nosotrasdesmesuramos
vosotros/vosotrasdesmesuráis
ellos/ellas/ustedesdesmesuran
imperfecto
yodesmesuraba
desmesurabas
él/ella/usteddesmesuraba
nosotros/nosotrasdesmesurábamos
vosotros/vosotrasdesmesurabais
ellos/ellas/ustedesdesmesuraban
indefinido
yodesmesuré
desmesuraste
él/ella/usteddesmesuró
nosotros/nosotrasdesmesuramos
vosotros/vosotrasdesmesurasteis
ellos/ellas/ustedesdesmesuraron
futuro
yodesmesuraré
desmesurarás
él/ella/usteddesmesurará
nosotros/nosotrasdesmesuraremos
vosotros/vosotrasdesmesuraréis
ellos/ellas/ustedesdesmesurarán

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Fue este proceso de industrialización que atrajo cantidad de personas, incluso europeos, hacíal estado, que hicieron el crecimiento desmesurado de este.
www.elperiodiquito.com
Vincularlo a una desmesurada cultura del éxito.
danielcunado.wordpress.com
Esta profesión nuestra da muchas satisfacciones, es cierto, pero no es de esas que te forras, ni te permite unos lujos desmesurados.
www.bellezaenvena.com
Las críticas, sin embargo, hicieron hincapié en su desmesurado tono pesimista.
www.el-nacional.com
Con frecuencia estos chicos, cuando están fuera del ámbito familiar suelen tener una timidez desmesurada.
apli.wordpress.com