Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limbutitura
zealous in something

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

celoso (celosa) ΕΠΊΘ

1. celoso marido/novia:

celoso (celosa)
estar celoso de alg.
to be jealous of sb

2. celoso (diligente, esmerado):

celoso (celosa)
celoso (celosa)
celoso como un turco
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
jealous husband/lover
celoso
ponerse celoso
to be jealous of sb
estar celoso de alguien
to be jealous of sth
ser celoso de algo

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

celoso (-a) ΕΠΊΘ

1. celoso (con fervor):

celoso en algo

2. celoso (exigente):

celoso de algo

3. celoso (con celos):

celoso (-a)

4. celoso (con envidia):

celoso (-a)

5. celoso (con dudas):

celoso (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
celoso, -a
celoso, -a
ser celoso de algo
στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

celoso (-a) [se·ˈlo·so, -a; θe-] ΕΠΊΘ

1. celoso (con fervor):

celoso en algo

2. celoso (exigente):

celoso de algo

3. celoso (con celos):

celoso (-a)

4. celoso (con envidia):

celoso (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
celoso, -a
celoso, -a
ser celoso de algo

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

celoso en algo

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La ansiedad por conocer los sentimientos del otro los hace impulsivos, posesivos y celosos.
www.mujeresvisibles.com
Con una amiga estuvimos, por ejemplo, aunque él se puso celoso porque a mí me gustó mi amiga.
polinodeangostura.blogspot.com
Muchos de mis amigos están sorprendidos y no me creen al principio, pero cuando yo les mostré mi cheque pude ver que estaban celosos.
futuroseo.fullblog.com.ar
La cuestión es que él es un hombre muy absorbente, celoso y poco sociable.
psicologia-malenalede.blogspot.com
Chicos, no se pongan celosos, ustedes también están invitados a leer.
marcandoelpolo.com