Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Athénien
disclose
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

be·kannt ge·ben, be·kannt|ge·ben ΡΉΜΑ μεταβ ανώμ

[jdm] etw bekannt geben
to announce sth [to sb]
[jdm] etw bekannt geben (von der Presse)
[jdm] etw bekannt geben [o. bekanntgeben]
to announce sth [to sb]
[jdm] etw bekannt geben [o. bekanntgeben] (von der Presse)
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to break sth
etw bekanntgeben

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

[jdm] etw bekannt geben [o. bekanntgeben]
to announce sth [to sb]
[jdm] etw bekannt geben [o. bekanntgeben] (von der Presse)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Trotz mehrerer Comebackversuche schien er nicht mehr fit zu werden, weshalb er sein vorzeitiges Karriereende bekanntgab.
de.wikipedia.org
Ein neuer Name soll zu Beginn der Saison 2019/2020 bekanntgegeben werden.
de.wikipedia.org
Die Tat wurde den Behörden nie bekanntgegeben und der Täter nie zur Rechenschaft gezogen, obwohl man im Dorf wusste, wer es war.
de.wikipedia.org
Die Ehe des Kronprinzenpaares scheiterte letztlich, die offizielle Trennung wurde 1992 bekanntgegeben.
de.wikipedia.org
Nach dieser Rede wurden die Mitglieder des neugegründeten Rat für Maßnahen und Propaganda im Osten bekanntgegeben.
de.wikipedia.org