Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limprimerie
hesitant

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. hésitant (hésitante) [ezitɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

hésitant (hésitante) geste, dessin, défense
hésitant (hésitante) démarche, pas, réponse, voix
hésitant (hésitante) victoire
hésitant (hésitante) démarrage

II. hésitants ΟΥΣ αρσ πλ

hésitants αρσ πλ (d'un sondage):

les hésitants
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
tentative movement, person
halting steps, attempts
uncertainly smile, look
faltering footsteps, voice
doubtfully speak, say
doubtfully look, listen
hesitant person, expression, reply

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

hésitant(e) [ezitɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

hésitant(e) personne, pas, voix
hésitant(e) électeur
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
half-hearted attempt
faltering voice, words, steps
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

hésitant(e) [ezitɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

hésitant(e) personne, pas, voix
hésitant(e) électeur
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
faltering voice, words, steps
halfhearted attempt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Les mâles produisent des gémissements (de longs cris hésitants qui accompagnent le toilettage et les repas) et des hurlements.
fr.wikipedia.org
Les cosaques, hésitants, finissent par sympathiser avec les manifestants.
fr.wikipedia.org
Les joueurs, plus investis et moins hésitants sur le terrain, sont plus entreprenants et développent un jeu plus vif.
fr.wikipedia.org
Les chercheurs, malgré les découvertes récentes nombreuses sont encore hésitants sur de nombreux points importants liés au site lyonnais.
fr.wikipedia.org
Il ne s’agit rien moins que d’emporter la décision des hésitants et de les contraindre en quelque sorte à aller de l’avant.
fr.wikipedia.org