Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Dreißigster
researcher

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. cherch|eur (chercheuse) [ou ()(chercheure)] [ʃɛʀʃœʀ, øz] ΕΠΊΘ λογοτεχνικό

chercheur esprit:

chercheur (chercheuse) [ou () καναδ(chercheure)]

II. cherch|eur (chercheuse) [ou ()(chercheure)] [ʃɛʀʃœʀ, øz] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

chercheur (chercheuse) [ou () καναδ(chercheure)]
chercheur en génétique

III. cherch|eur ΟΥΣ αρσ

cherch|eur αρσ ΑΣΤΡΟΝ:

IV. cherch|eur (chercheuse) [ou ()(chercheure)] [ʃɛʀʃœʀ, øz]

chercheur d'or
chercheur de trésor
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chercheur/-euse αρσ/θηλ
assistant/-e αρσ/θηλ d'un chercheur
poste αρσ de chercheur universitaire
chercheur/-euse αρσ/θηλ universitaire
chercheur/-euse αρσ/θηλ
chercheur/-euse αρσ/θηλ d'emploi
chercheur αρσ de détecteur à galène
chercheur (-euse) αρσ (θηλ) d'or
chercheur/-euse αρσ/θηλ en physique nucléaire

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

chercheur (-euse) [ʃɛʀʃœʀ, -øz] ΟΥΣ αρσ, θηλ

1. chercheur (savant):

chercheur (-euse)

2. chercheur (aventurier):

chercheur d'or
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chercheur αρσ
chercheur αρσ
chercheur αρσ web
chercheur(-euse) αρσ (θηλ) d'or
chercheur αρσ d'or
chercheur(-euse) αρσ (θηλ)
chercheur αρσ d'or
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

chercheur (-euse) [ʃɛʀʃœʀ, -øz] ΟΥΣ αρσ, θηλ

1. chercheur (savant):

chercheur (-euse)

2. chercheur (aventurier):

chercheur d'or
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chercheur(-euse) αρσ (θηλ)
chercheur(-euse) αρσ (θηλ)
chercheur αρσ web
chercheur αρσ
chercheur αρσ d'or
chercheur (-euse) αρσ (θηλ) d'or
chercheur(-euse) αρσ (θηλ)
chercheur (-euse) αρσ (θηλ) d'or

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

chercheur d'or
chercheur(-euse) αρσ (θηλ) d'or

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Deux pilotes et deux chercheurs travaillent dans deux coques en acier à haute résistance.
fr.wikipedia.org
Elles peuvent porter sur plusieurs niveaux : les chercheurs eux-mêmes, leurs laboratoires et les institutions accueillant ces laboratoires.
fr.wikipedia.org
En 2016, le chercheur affirme que la médecine est moins centrée sur les besoins du patient que sur les besoins des médecins, investisseurs et chercheurs.
fr.wikipedia.org
Le vieux chercheur a aussi contribué à la théorie moléculaire des mélanges binaires et à l'étude de la capillarité.
fr.wikipedia.org
Il travaille dans son studio parisien durant 10 ans, alliant la passion du chercheur à celle du technicien maniant hardiment son nouvel outil.
fr.wikipedia.org