Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

electro
carota

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

carrot [βρετ ˈkarət, αμερικ ˈkɛrət] ΟΥΣ

carrot
carota θηλ

carrot top [ˈkærətˌtɒp] ΟΥΣ οικ, μειωτ

carrot top
pel αρσ di carota

carrot cake [ˈkærətˌkeɪk] ΟΥΣ

carrot cake
torta θηλ di carote

carrot-and-stick [αμερικ ˈkɛrətənˌstɪk] ΕΠΊΘ μτφ

carrot-and-stick approach, tactics:

carrot-and-stick
halve carrot, cake
grate cheese, nutmeg, carrot
carrot tops
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
carrot
carrot juice
carrot cake
carrot colour βρετ
carrot color αμερικ
carrot-coloured βρετ
carrot-colored αμερικ
pel di carota μειωτ
carrot top, ginger
wild carrot
apple, carrot juice
the carrot and the stick

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

carrot [ˈke·rət] ΟΥΣ

1. carrot (vegetable):

carrot
carota θηλ

2. carrot οικ (reward):

carrot
incentivo αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
carrot
pel di carota μτφ οικ
carrot top οικ
carrot soup

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Traditionally sliced in rounds, carrots bring to mind gold coins, symbolizing the hope of prosperity in the year to come.
en.wikipedia.org
The first must have a neutral taste, such as boiled potatoes, turnips, rutabagas, carrots, or fresh cucumbers.
en.wikipedia.org
As you move up the garden there are seaweed beds which grow carrots and other hardy vegetables.
en.wikipedia.org
It is possible for the pathogen to survive in weedy hosts, and can infect injured carrots, potato, sweet potato, tomato, radish, squash, and cucumber.
en.wikipedia.org
It is made of chuo (potato starch), onions, carrots, potatoes, white corn, beef and wheat kernels.
en.wikipedia.org