Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rivoluzione
kohleführend

στο λεξικό PONS

Koh·le <-, -n> [ˈko:lə] ΟΥΣ θηλ

1. Kohle (Brennstoff):

coal no αόρ άρθ, no πλ

2. Kohle ΤΕΧΝΟΛ (Aktivkohle):

carbon no αόρ άρθ, no πλ

3. Kohle ΤΈΧΝΗ:

charcoal no αόρ άρθ, no πλ

4. Kohle αργκ (Geld):

dosh βρετ οικ
dough dated οικ

ιδιωτισμοί:

feurige Kohlen auf jds Haupt sammeln τυπικ
to be like a cat on a hot tin roof [or βρετ dated on hot bricks]

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

coal-bearing ΕΠΊΘ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

But the coal-bearing regions are also forest-rich, inhabited by disadvantaged tribal and forest-dwelling communities dependent on the forest and agriculture for their survival.
www.ipsnews.net
It possesses some of the most extensive coal deposits anywhere in the world; coal-bearing seams extend over an area of 10309 sqmi and reach to a depth of 5905 ft.
en.wikipedia.org
The coal-bearing thickness ranges from 800 to 950 m (2,624 - 3,116 ft).
en.wikipedia.org
With coal-bearing bluffs immediately to the town's north and west, coal mining became a major industry in the town.
en.wikipedia.org
About 68% of the state has coal-bearing strata of this geologic period.
en.wikipedia.org