Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Anziehen
Holzkohle

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. char·coal [ˈtʃɑ:kəʊl, αμερικ ˈtʃɑ:rkoʊl] ΟΥΣ no pl

1. charcoal (fuel):

charcoal
Holzkohle θηλ <-> kein pl

2. charcoal (for drawing):

charcoal
Kohle θηλ <-> kein pl
to draw/sketch in charcoal

II. char·coal [ˈtʃɑ:kəʊl, αμερικ ˈtʃɑ:rkoʊl] ΟΥΣ modifier

charcoal (pencil):

charcoal

char·coal ˈgrey, αμερικ char·coal ˈgray ΕΠΊΘ

charcoal grey

charcoal stick ΟΥΣ

charcoal stick
Kohlestift αρσ <-es, -e>

ˈchar·coal burn·er ΟΥΣ

charcoal burner
[Holz]kohle[n]ofen αρσ

ˈchar·coal draw·ing ΟΥΣ

charcoal drawing
Kohlezeichnung θηλ <-, -en>

ac·ti·va·ted ˈchar·coal ΟΥΣ no pl

activated charcoal
Aktivkohle θηλ <-> kein pl

ac·tive ˈchar·coal ΟΥΣ no pl

active charcoal
Aktivkohle θηλ <-> kein pl

ˈchar·coal fil·ter ΟΥΣ

charcoal filter
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
charcoal
charcoal

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

activated charcoal, carbon filter ΟΥΣ

activated charcoal

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Particularly interesting was the presence of charcoal everywhere, which led to the conclusion that the castle was destroyed by a fire.
en.wikipedia.org
He was roasted alive into a block of charcoal.
en.wikipedia.org
Gastrointestinal decontamination with activated charcoal can be used if given within one hour of ingestion.
en.wikipedia.org
Alternately, the pigment could have been applied on dry, such as with a stick of charcoal.
en.wikipedia.org
The sulfur and charcoal act as fuels, and the saltpeter is an oxidizer.
en.wikipedia.org