Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

fugitives
fugitifs

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. fugitive [βρετ ˈfjuːdʒɪtɪv, αμερικ ˈfjudʒədɪv] ΟΥΣ

fugitif/-ive αρσ/θηλ
fuyard/-e αρσ/θηλ

II. fugitive [βρετ ˈfjuːdʒɪtɪv, αμερικ ˈfjudʒədɪv] ΕΠΊΘ

1. fugitive (fleeting) λογοτεχνικό:

fugitive happiness
fugitive impression, sensation

2. fugitive (in flight):

fugitive leader, criminal
wanted fugitive
smoke out fugitive, sniper
turn over person, fugitive
livrer (to à)
trace thief, fugitive, call
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
fugitif (fugitive) (malfaiteur)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. fugitive [ˈfju:dʒətɪv, αμερικ -t̬ɪv] ΟΥΣ

fugitif(-ive) αρσ (θηλ)
fugitive from war
réfugié(e) αρσ (θηλ)

II. fugitive [ˈfju:dʒətɪv, αμερικ -t̬ɪv] ΕΠΊΘ

shelter fugitive
track fugitive
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
fugitif (-ive) de la justice
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. fugitive [ˈfju·dʒə·t̬ɪv] ΟΥΣ

fugitif(-ive) αρσ (θηλ)
fugitive from war
réfugié(e) αρσ (θηλ)

II. fugitive [ˈfju·dʒə·t̬ɪv] ΕΠΊΘ

shelter fugitive
track fugitive
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
fugitif (-ive) de la justice

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The fugitives manage to disembark under the guise of sailors on shore leave.
en.wikipedia.org
They set off on a perilous eight-month journey as fugitives.
en.wikipedia.org
In 2009, felons accounted for 48 percent of denials and fugitives from justice accounted for 16 percent of denials.
en.wikipedia.org
Terrified of being associated with the fugitives, family members and former friends showed them no sympathy.
en.wikipedia.org
In medival times their duties were to reconnoitre, to carry intelligence, to harass stragglers, to act as spies, to intercept convoys, and to pursue fugitives.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "fugitives" σε άλλες γλώσσες