Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: bohren , borgen , Bord , geboren και Bohrer

II . borgen [ˈbɔrgən] VERB αυτοπ ρήμα

I . bohren [ˈboːrən] VERB μεταβ

1. bohren (mit Bohrmaschine):

2. bohren (Brunnen, Schacht):

II . bohren [ˈboːrən] VERB αμετάβ

1. bohren (Zahnarzt):

2. bohren (nach Öl, Wasser):

III . bohren [ˈboːrən] VERB αμετάβ/αυτοπ ρήμα

Bord1 <-(e)s, -e> [bɔrt] SUBST ουδ

1. Bord (Wandbrett):

ράφι ουδ

2. Bord CH s. Böschung

Βλέπε και: Böschung

Böschung <-, -en> [ˈbœʃʊŋ] SUBST θηλ

I . geboren [gəˈboːrən]

geboren part πρκ von gebären

Βλέπε και: gebären

Bohrer <-s, -> SUBST αρσ

1. Bohrer (Werkzeug):

2. Bohrer ΙΑΤΡ:

τροχός αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский