Γερμανικά » Γαλλικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: geregelt , gestriegelt , verspiegelt , beseelen και ungeregelt

I . geregelt ΡΉΜΑ

geregelt μετ παρακειμ von regeln

II . geregelt ΕΠΊΘ

1. geregelt (regelmäßig):

régulier(-ière)

Βλέπε και: regeln

I . regeln [ˈreːgəln] ΡΉΜΑ μεταβ

1. regeln (regulieren, erledigen):

II . regeln [ˈreːgəln] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

gestriegelt

gestriegelt → geschniegelt

Βλέπε και: geschniegelt

geschniegelt [gəˈʃniːgəlt]

geschniegelt und gebügelt χιουμ οικ
propre sur lui/elle/... χιουμ οικ

beseelen* ΡΉΜΑ μεταβ

ungeregelt ΕΠΊΘ

1. ungeregelt:

2. ungeregelt ΑΥΤΟΚ:

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina