Γερμανικά » Γαλλικά

Kette <-, -n> [ˈkɛtə] ΟΥΣ f

2. Kette (Halskette):

3. Kette (Aneinanderreihung):

série f

ketten [ˈkɛtən] ΡΉΜΑ trans

1. ketten (befestigen):

2. ketten (binden):

lier qn à qn

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文