Γαλλικά » Γερμανικά

I . attacher [ataʃe] ΡΉΜΑ trans

2. attacher (fixer avec une corde, ficelle):

3. attacher (fixer avec des clous):

9. attacher (lier affectivement):

10. attacher (enchaîner):

II . attacher [ataʃe] ΡΉΜΑ intr fam

III . attacher [ataʃe] ΡΉΜΑ αυτο

1. attacher (mettre sa ceinture de sécurité):

2. attacher (être attaché):

6. attacher (prendre en compte):

7. attacher (s'appliquer):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文