Γαλλικά » Γερμανικά

rempli(e) [ʀɑ͂pli] ΕΠΊΘ

2. rempli (rond):

rempli(e)

3. rempli (occupé):

I . remplir [ʀɑ͂pliʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

2. remplir (occuper):

3. remplir (couvrir):

4. remplir (compléter):

6. remplir (réaliser, répondre à):

II . remplir [ʀɑ͂pliʀ] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina