Γαλλικά » Γερμανικά

outrager [utʀaʒe] ΡΉΜΑ μεταβ

2. outrager απαρχ (contrevenir à):

hochet [ˊɔʃɛ] ΟΥΣ αρσ

Rassel θηλ

centrage [sɑ͂tʀaʒ] ΟΥΣ αρσ ΤΥΠΟΓΡ, Η/Υ

cintrage [sɛ͂tʀaʒ] ΟΥΣ αρσ ΤΕΧΝΟΛ

Biegen ουδ

feutrage [føtʀaʒ] ΟΥΣ αρσ

1. feutrage ΤΕΧΝΟΛ:

Filzen ουδ

2. feutrage (s'abîmer):

Verfilzen ουδ

filtrage [filtʀaʒ] ΟΥΣ αρσ

lustrage [lystʀaʒ] ΟΥΣ αρσ

plâtrage [plɑtʀaʒ] ΟΥΣ αρσ sans πλ

fenêtrage [fənɛtʀaʒ] ΟΥΣ αρσ Η/Υ

arbitrage αρσ

décentrage [desɑ͂tʀaʒ] ΟΥΣ αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina