Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Optionsstrategien
Rude

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

ruvido [ˈruvido] ΕΠΊΘ

1. ruvido (al tatto):

ruvido stoffa
ruvido stoffa
ruvido mani, pelle
ruvido mani, pelle

2. ruvido (brusco) μτφ:

ruvido persona
ruvido persona
ruvido persona
ruvido modi
ruvido modi
ruvido modi
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
tessuto αρσ di lana ruvida
roughen wind, weather: rock, stone

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

ruvido (-a) [ˈru:·vi·do] ΕΠΊΘ a. μτφ

ruvido (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
terrier αρσ a pelo ruvido αμετάβλ
coarse skin
rough surface

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

terrier αρσ a pelo ruvido αμετάβλ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Gli occhi sono di modeste dimensioni e le orecchie, piccole, sono quasi nascoste dalla lunga pelliccia, piuttosto grossolana e ruvida.
it.wikipedia.org
La pelliccia è ruvida, rigida e brillante, talvolta è presente un'iridescenza bruno-verdastra od olivastra e una striscia scura lungo la spina dorsale.
it.wikipedia.org
Il nome scientifico deriva dal greco kéntron, «aculeo», e phéro, «portare», per le spine dorsali, e dal latino tardo granulum, per la pelle molto ruvida.
it.wikipedia.org
Longanesi utilizzò la stessa carta con cui stampava i libri della casa editrice, una carta ruvida (cioè non patinata) di colore giallo paglierino.
it.wikipedia.org
Inizialmente liscia e grigia, con il passare del tempo si sfoglia, diventando ruvida e placcata, di colore grigio scuro o rosso-marrone.
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "ruvida" σε άλλες γλώσσες