στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
unilateralismo [unilateraˈlizmo] ΟΥΣ αρσ
bilateralismo [bilateraˈlizmo] ΟΥΣ αρσ
multilateralismo [multilateraˈlizmo] ΟΥΣ αρσ
unilateralità <πλ unilateralità> [unilateraliˈta] ΟΥΣ θηλ
unilateralmente [unilateralˈmente] ΕΠΊΡΡ
unilaterale [unilateˈrale] ΕΠΊΘ
1. unilaterale (che riguarda un solo lato):
- unilaterale strabismo, paresi
-
2. unilaterale ΝΟΜ:
3. unilaterale μτφ decisione:
4. unilaterale ΒΟΤ:
bilateralità <πλ bilateralità> [bilateraliˈta] ΟΥΣ θηλ
bilaterale [bilateˈrale] ΕΠΊΘ
1. bilaterale (che riguarda due parti):
- bilaterale negoziati, trattato, accordo
-
- bilaterale scambio
-
2. bilaterale:
bicameralismo [bikameraˈlizmo] ΟΥΣ αρσ
multilaterale [multilateˈrale] ΕΠΊΘ
multilaterale accordo:
στο λεξικό PONS
bilateralismo [bi·la·te·ra·ˈliz·mo] ΟΥΣ αρσ
unilaterale [u·ni·la·te·ˈra:·le] ΕΠΊΘ
1. unilaterale ΝΟΜ, ΠΟΛΙΤ (accordo, tregua):
2. unilaterale μτφ, μειωτ (visione, idea):
bilaterale [bi·la·te·ˈra:·le] ΕΠΊΘ (accordo, incontro)
multilaterale <inv> [mul·ti·la·te·ˈra:·le] ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ, ΠΟΛΙΤ
unicameralismo [u·ni·ka·me·ra·ˈliz·mo] ΟΥΣ αρσ ΠΟΛΙΤ
federalismo [fe·de·ra·ˈliz·mo] ΟΥΣ αρσ
liberalismo [li·be·ra·ˈliz·mo] ΟΥΣ αρσ
bicameralismo [bi·ka·me·ra·ˈli:z·mo] ΟΥΣ αρσ
trilaterale [tri·la·te·ˈra:·le] ΕΠΊΘ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- delitto
- delittuoso
- delizia
- deliziare
- deliziosamente
- dellunilateralismo
- delocalizzare
- delocalizzazione
- delta
- deltaplanista
- deltaplano