Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

l'Échiquier
bilateral

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

bilaterale [bilateˈrale] ΕΠΊΘ

1. bilaterale (che riguarda due parti):

bilaterale negoziati, trattato, accordo
bilaterale scambio

2. bilaterale:

bilaterale ΒΙΟΛ, ΙΑΤΡ
accordo bilaterale
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
bilaterale
bilaterale, reciproco
uno scambio unilaterale, bilaterale

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

bilaterale [bi·la·te·ˈra:·le] ΕΠΊΘ (accordo, incontro)

bilaterale
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
bilaterale
two-way conversation
bilaterale

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Nell'ambito del contratto, attività negoziale bilaterale, il rappresentante senza poteri (falsus procurator) risponde in base all'art. 1398 c.c.
it.wikipedia.org
Condivisibile invece l'indicazione laparoscopica nei casi di ernia bilaterale, di ernia recidiva, di ernia contestuale ad altre patologie.
it.wikipedia.org
Si tratta di un capolinea sotterraneo, con l'assenza di una piattaforma bilaterale.
it.wikipedia.org
In questo trattato furono accolti i patti bilaterali del 1887.
it.wikipedia.org
In generale, ci sono eccezionali vantaggi da ottenere da un intervento per consentire l'udito nell'orecchio microtico, specialmente nella microtia bilaterale.
it.wikipedia.org