Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Grandi
consulate

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. consolato1 [konsoˈlato] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

consolato → consolare

II. consolato1 [konsoˈlato] ΕΠΊΘ

consolato
consolato

consolare2 [konsoˈlare] ΕΠΊΘ

1. consolare (del console):

consolare agente, corpo

2. consolare (nell'antica Roma):

I. consolare1 [konsoˈlare] ΡΉΜΑ μεταβ

1. consolare (confortare):

consolare persona

2. consolare (alleviare) λογοτεχνικό:

3. consolare (rallegrare):

consolare persona

II. consolarsi ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

consolato2 [konsoˈlato] ΟΥΣ αρσ

1. consolato (dignità di console):

consolato

2. consolato (sede del console):

consolato
il consolato italiano a Londra
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
consolato αρσ
consolato αρσ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

consolato [kon·so·ˈla:·to] ΟΥΣ αρσ

consolato
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
consolato αρσ
consolato αρσ generale

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ottenne la nomina dei fratelli al consolato e l'esenzione dalle tasse per i possedimenti di famiglia (18 gennaio 360).
it.wikipedia.org
Dopo il suo secondo consolato, raggiunta la vecchiaia, si ritirò nel suo paese natale, dove morì.
it.wikipedia.org
Antistio fu anche fetialis, probabilmente fin dal tempo del suo consolato.
it.wikipedia.org
Il consolato aveva la durata di un anno.
it.wikipedia.org
Poco dopo, però, si innesca una seconda esplosione nell'atrio che causa la morte delle due guardie del consolato.
it.wikipedia.org