Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Inkas
atheist

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ateo [ˈateo] ΕΠΊΘ

II. ateo (atea) [ˈateo] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

ateo (atea)
ateo (atea)

III. ateo [ˈateo]

ateo devoto ΠΟΛΙΤ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ
dichiarato sostenitore, femminista, ateo
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
ateo αρσ / atea θηλ
ateo αρσ / atea θηλ
infidel ΘΡΗΣΚ
ateo αρσ / atea θηλ
infidel ΘΡΗΣΚ
unbelieving ΘΡΗΣΚ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ateo (-a) [ˈa:·te·o] ΕΠΊΘ (persona, pensiero)

ateo (-a)

II. ateo (-a) [ˈa:·te·o] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

ateo (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
ateo(-a) αρσ (θηλ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

I soldati, trasformati dalla disciplina draconiana in automi, furono sconcertati dalla tattiche dei francesi, disprezzati come plebaglia atea e invece dimostratesi aggressivi e pericolosi.
it.wikipedia.org
L'attrice ha dichiarato di essere atea da quando aveva 13 anni.
it.wikipedia.org
Nata in una famiglia borghese, si dichiarò atea a vent'anni e frequentò le conferenze dei liberi pensatori.
it.wikipedia.org
Qui, per volere del nonno, ricevette un'educazione prettamente cinese e atea.
it.wikipedia.org
Da bambina fu espulsa dal convento per essersi dichiarata atea.
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "atea" σε άλλες γλώσσες